Ο πρόεδρος της Επιτροπής Δικαστικών Υποθέσεων της Γερουσίας των ΗΠΑ, Chuck Grassley, εξαπέλυσε ευθείες βολές κατά της ελβετικής τράπεζας
Αντιμέτωπη με νέα, ιδιαίτερα εκρηκτική πολιτική πίεση από τις ΗΠΑ βρίσκεται η UBS Group AG, καθώς κορυφαίο μέλος της αμερικανικής Γερουσίας την κατηγορεί ότι δεν έχει προχωρήσει σε επαρκή διερεύνηση σκοτεινών ιστορικών διασυνδέσεων της Credit Suisse με ναζιστικούς λογαριασμούς.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Δικαστικών Υποθέσεων της Γερουσίας των ΗΠΑ, Chuck Grassley, εξαπέλυσε ευθείες βολές κατά της ελβετικής τράπεζας, αμφισβητώντας ευθέως τη διαφάνεια και τη συνεργασία της με τις αμερικανικές αρχές.
Όπως τόνισε, η στάση της UBS Group AG στην απόκρυψη σχετικών εγγράφων «θέτει υπό αμφισβήτηση την ειλικρίνειά της απέναντι στην Επιτροπή» και δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο υπάρχει πραγματική βούληση πλήρους διαλεύκανσης.
Η νέα κλιμάκωση δεν είναι τυχαία.
Σύμφωνα με τον Grassley, νέα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή από τον ερευνητή Neil Barofsky, ο οποίος είχε οριστεί ως ανεξάρτητος ombudsman για την εποπτεία της έρευνας στην Credit Suisse, καταδεικνύουν ότι η τράπεζα ενδέχεται να παρεμπόδισε τη διερεύνηση περισσότερων από 100 «αξιόπιστων υποθέσεων και ενδείξεων».
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερα σκοτεινή διάσταση, καθώς αφορά καταγγελίες για πιθανή εμπλοκή της Credit Suisse σε διαχείριση λογαριασμών που σχετίζονται με τη ναζιστική περίοδο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο — μια υπόθεση με τεράστιο ιστορικό και ηθικό φορτίο.
Σε νέο γύρο ερωτήσεων προς την UBS Group AG, ο Grassley κατηγορεί την τράπεζα ότι απέτυχε να απαντήσει στα ερωτήματα της Επιτροπής, τόσο κατά την πρόσφατη ακρόαση του Φεβρουαρίου όσο και σε μεταγενέστερη αλληλογραφία, ανεβάζοντας περαιτέρω το επίπεδο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο Κογκρέσο και τον ελβετικό τραπεζικό κολοσσό.
Από την πλευρά της, εκπρόσωπος της UBS Group AG δήλωσε ότι δεν υπάρχει άμεσο σχόλιο επί των νέων κατηγοριών, αφήνοντας όμως ένα επικοινωνιακό κενό που τροφοδοτεί ακόμη περισσότερο την πολιτική ένταση.
Μακρά αλυσίδα συγκρούσεων
Η αντιπαράθεση αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη μακρά αλυσίδα συγκρούσεων γύρω από το θέμα.
Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, αμερικανικό δικαστήριο απέρριψε αίτημα της UBS Group AG να διασφαλίσει ότι τυχόν νέες αποκαλύψεις θα καλύπτονται από συμφωνία του 1999, βάσει της οποίας ελβετικές τράπεζες είχαν καταβάλει 1,25 δισ. δολάρια σε επιζώντες του Ολοκαυτώματος και τις οικογένειές τους.
Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο νέων δικαστικών διεκδικήσεων, έχει οδηγήσει την UBS Group AG να περιορίσει την πρόσβαση του Neil Barofsky σε πάνω από 100 φακέλους της υπόθεσης, επικαλούμενη νομικό απόρρητο.
Η τράπεζα επιμένει ότι η συμφωνία της δεκαετίας του ’90 την προστατεύει από περαιτέρω ευθύνη — γνωστή ή άγνωστη κατά την υπογραφή της.
Ωστόσο, σε νέα του τοποθέτηση προς τη Γερουσία, ο Barofsky υποστηρίζει ότι ο περιορισμός της πρόσβασης εμποδίζει ουσιαστικά την ολοκλήρωση της έρευνας, ενώ αποκαλύπτει πως έχουν εντοπιστεί πάνω από 100 «αξιόπιστες ενδείξεις» που παραμένουν ανεξερεύνητες.
Μάλιστα, θέτει και χρονικό ορόσημο έως τις 31 Ιουλίου για την ολοκλήρωση του ερευνητικού έργου, προειδοποιώντας ότι ο χρόνος εξαντλείται.
Μεταξύ των ευρημάτων που επικαλείται περιλαμβάνονται πιθανές σχέσεις με επτά πρόσωπα και οντότητες των οποίων οι λογαριασμοί ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκαν για τη διευκόλυνση ναζιστικών εγκληματικών δραστηριοτήτων, καθώς και 127 περιπτώσεις πιθανών αναγκαστικών μεταβιβάσεων εβραϊκών περιουσιακών στοιχείων μέσω της Credit Suisse.
Παρά την επιχειρηματολογία της UBS Group AG ότι τα επίμαχα έγγραφα αντιστοιχούν σε λιγότερο από 0,1% του συνολικού αρχείου που έχει παραδοθεί, ο Barofsky προειδοποιεί ότι στην πραγματικότητα ο όγκος τους είναι σημαντικά μεγαλύτερος, καθώς πολλά από αυτά ξεπερνούν τις 1.000 σελίδες ανά φάκελο.
Η υπόθεση αποκτά πλέον διαστάσεις θεσμικής κρίσης εμπιστοσύνης, με τις αμερικανικές αρχές να εντείνουν την πίεση και την UBS Group AG να βρίσκεται στο επίκεντρο ενός ιστορικού και νομικού κυκλώνα που, αν επιβεβαιωθούν οι κατηγορίες, απειλεί να επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.
www.bankingnews.gr
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Δικαστικών Υποθέσεων της Γερουσίας των ΗΠΑ, Chuck Grassley, εξαπέλυσε ευθείες βολές κατά της ελβετικής τράπεζας, αμφισβητώντας ευθέως τη διαφάνεια και τη συνεργασία της με τις αμερικανικές αρχές.
Όπως τόνισε, η στάση της UBS Group AG στην απόκρυψη σχετικών εγγράφων «θέτει υπό αμφισβήτηση την ειλικρίνειά της απέναντι στην Επιτροπή» και δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο υπάρχει πραγματική βούληση πλήρους διαλεύκανσης.
Η νέα κλιμάκωση δεν είναι τυχαία.
Σύμφωνα με τον Grassley, νέα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή από τον ερευνητή Neil Barofsky, ο οποίος είχε οριστεί ως ανεξάρτητος ombudsman για την εποπτεία της έρευνας στην Credit Suisse, καταδεικνύουν ότι η τράπεζα ενδέχεται να παρεμπόδισε τη διερεύνηση περισσότερων από 100 «αξιόπιστων υποθέσεων και ενδείξεων».
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερα σκοτεινή διάσταση, καθώς αφορά καταγγελίες για πιθανή εμπλοκή της Credit Suisse σε διαχείριση λογαριασμών που σχετίζονται με τη ναζιστική περίοδο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο — μια υπόθεση με τεράστιο ιστορικό και ηθικό φορτίο.
Σε νέο γύρο ερωτήσεων προς την UBS Group AG, ο Grassley κατηγορεί την τράπεζα ότι απέτυχε να απαντήσει στα ερωτήματα της Επιτροπής, τόσο κατά την πρόσφατη ακρόαση του Φεβρουαρίου όσο και σε μεταγενέστερη αλληλογραφία, ανεβάζοντας περαιτέρω το επίπεδο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο Κογκρέσο και τον ελβετικό τραπεζικό κολοσσό.
Από την πλευρά της, εκπρόσωπος της UBS Group AG δήλωσε ότι δεν υπάρχει άμεσο σχόλιο επί των νέων κατηγοριών, αφήνοντας όμως ένα επικοινωνιακό κενό που τροφοδοτεί ακόμη περισσότερο την πολιτική ένταση.
Μακρά αλυσίδα συγκρούσεων
Η αντιπαράθεση αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη μακρά αλυσίδα συγκρούσεων γύρω από το θέμα.
Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, αμερικανικό δικαστήριο απέρριψε αίτημα της UBS Group AG να διασφαλίσει ότι τυχόν νέες αποκαλύψεις θα καλύπτονται από συμφωνία του 1999, βάσει της οποίας ελβετικές τράπεζες είχαν καταβάλει 1,25 δισ. δολάρια σε επιζώντες του Ολοκαυτώματος και τις οικογένειές τους.
Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο νέων δικαστικών διεκδικήσεων, έχει οδηγήσει την UBS Group AG να περιορίσει την πρόσβαση του Neil Barofsky σε πάνω από 100 φακέλους της υπόθεσης, επικαλούμενη νομικό απόρρητο.
Η τράπεζα επιμένει ότι η συμφωνία της δεκαετίας του ’90 την προστατεύει από περαιτέρω ευθύνη — γνωστή ή άγνωστη κατά την υπογραφή της.
Ωστόσο, σε νέα του τοποθέτηση προς τη Γερουσία, ο Barofsky υποστηρίζει ότι ο περιορισμός της πρόσβασης εμποδίζει ουσιαστικά την ολοκλήρωση της έρευνας, ενώ αποκαλύπτει πως έχουν εντοπιστεί πάνω από 100 «αξιόπιστες ενδείξεις» που παραμένουν ανεξερεύνητες.
Μάλιστα, θέτει και χρονικό ορόσημο έως τις 31 Ιουλίου για την ολοκλήρωση του ερευνητικού έργου, προειδοποιώντας ότι ο χρόνος εξαντλείται.
Μεταξύ των ευρημάτων που επικαλείται περιλαμβάνονται πιθανές σχέσεις με επτά πρόσωπα και οντότητες των οποίων οι λογαριασμοί ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκαν για τη διευκόλυνση ναζιστικών εγκληματικών δραστηριοτήτων, καθώς και 127 περιπτώσεις πιθανών αναγκαστικών μεταβιβάσεων εβραϊκών περιουσιακών στοιχείων μέσω της Credit Suisse.
Παρά την επιχειρηματολογία της UBS Group AG ότι τα επίμαχα έγγραφα αντιστοιχούν σε λιγότερο από 0,1% του συνολικού αρχείου που έχει παραδοθεί, ο Barofsky προειδοποιεί ότι στην πραγματικότητα ο όγκος τους είναι σημαντικά μεγαλύτερος, καθώς πολλά από αυτά ξεπερνούν τις 1.000 σελίδες ανά φάκελο.
Η υπόθεση αποκτά πλέον διαστάσεις θεσμικής κρίσης εμπιστοσύνης, με τις αμερικανικές αρχές να εντείνουν την πίεση και την UBS Group AG να βρίσκεται στο επίκεντρο ενός ιστορικού και νομικού κυκλώνα που, αν επιβεβαιωθούν οι κατηγορίες, απειλεί να επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών